Ο Νίκος Ράπτης από την ηλεκτρ. εφημερίδα Προοδευτική Πολιτική συναντήθηκε με τη Μαρία Βασιλάκου στη Βιέννη, στο καφέ «orient-occident» στη λαϊκή αγορά «Naschmarkt», που λειτουργεί και ως σημείο συνάντησης των διανοουμένων μεσοαστών της αυστριακής πρωτεύουσας, κάπως σαν το δικό μας «Μοναστηράκι». Στις 10 Οκτωβρίου 2010 η Μαρία θα διεκδικήσει στις δημοτικές εκλογές τη δημαρχία της Βιέννης, ως εκπρόσωπος των αυστριακών «πράσινων», του κόμματος στο οποίο συμμετέχει από τα φοιτητικά της χρόνια, όταν έφτασε εδώ από την Αθήνα όπου μεγάλωσε, για να σπουδάσει γλωσσολογία.
Οι εκλογές στη Βιέννη
Η καμπάνια όμως δεν είναι εύκολη. Στις προηγούμενες εκλογές οι «πράσινοι» έλαβαν «πολύ ψηλό ποσοστό, 15%», και «πρώτος στόχος» της υποψηφίου του κόμματος είναι «να υπερασπιστούμε το ίδιο ποσοστό», όπως λέει. Αν συμβεί αυτό, μπορεί να επιτευχθεί και ο πολιτικός της στόχος, που δεν είναι άλλος από τη συγκυβέρνηση της πρωτεύουσας με τους σοσιαλδημοκράτες. «Η Βιέννη βγάζει σοσιαλδημοκρατία πάνω από 40% σταθερά», αλλά «αυτή τη φορά μπορεί να μην έχει αυτοδυναμία». Συγκυβέρνηση που φυσικά θα έχει πολιτικό περιεχόμενο, τις βασικές προτεραιότητες του συνδυασμού της Μαρίας Βασιλάκου: φθηνότερες συγκοινωνίες («όλες οι συγκοινωνίες ένα ευρώ την ημέρα»), «ενεργειακή αυτάρκεια της Βιέννης μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες, με ένα σοβαρό πρόγραμμα μονώσεων κτιρίων, τοποθέτησης φωτοβολταϊκών κ.λπ., που παράλληλα θα δημιουργήσει και μερικές χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας», «χίλιους δασκάλους ξένων γλωσσών στα σχολεία, αφού το 50% των μαθητών στα σχολεία της Βιέννης δεν έχουν μητρική γλώσσα τα γερμανικά». Μια τέταρτη προτεραιότητα θα αφορά το ρατσισμό, σε μια πόλη όπου η άκρα δεξιά «έχει 20%».
Οι προοπτικές της καμπάνιας ήταν πολύ καλές αρχικά: «πηγαίναμε να ανεβούμε κι άλλο, αλλά δυστυχώς προέκυψαν καυγάδες στο τοπικό επίπεδο και αυτό επηρεάζει». Ορισμένα στελέχη των «πράσινων» που «δεν επανεξελέγησαν στη λίστα των υποψηφίων», θεώρησαν καλό να δημοσιοποιήσουν τις πικρίες τους, προς μεγάλη ικανοποίηση του τύπου, και με δυσάρεστα φυσικά αποτελέσματα για την καμπάνια. Δεν κρύβει τον προβληματισμό της από αυτές τις εξελίξεις: «η μόνη μου δήλωση ήταν πως αν συνεχίσουμε έτσι, ώστε να θεωρείται προσωπική τραγωδία όποτε κάποιος δεν επανεκλέγεται, αυτό σημαίνει πως θα μένουν οι πάντες ισοβίως στα αξιώματά τους!», γελάει πικρά.
Με αφορμή το γεγονός των εσωκομματικών περιπετειών των Βιεννέζων «πράσινων», η συζήτηση γυρνάει στον τρόπο διευθέτησης των διαφορετικών απόψεων εντός των κομμάτων. Με εντυπωσιάζει ο τρόπος που παρουσιάζει τα εσωκομματικά πράγματα: η Μαρία Βασιλάκου δίνει έμφαση στη συλλογικότητα, στην πολιτική συμφωνία που εκφράζει το καταστατικό και εκφράζει απέχθεια προς τις οργανωμένες ομαδοποιήσεις, μία ιδέα που της ζητώ να σχολιάσει. «Αυτό, με βάση τη δική μας νοοτροπία, θα ήταν σκάνδαλο! Δε νομίζω πως θα το δεχόταν κανένας» λέει με έμφαση. «Μαθαίνω», συνεχίζει, «πως στην Ελλάδα (στους «οικολόγους πράσινους», ΣτΣ) εμφανίζονται τάσεις που διαθέτουν ακόμα και ονόματα! Αν αυτό συμβαίνει, είναι εντελώς έξω από τη δική μου πολιτική νοοτροπία!... Δεν κριτικάρω αν υπάρχουν άνθρωποι που συμπαθιούνται, που αλληλοεκτιμούνται, που έχουν ανάλογες απόψεις σε πολλά θέματα και συναντιούνται κατά καιρούς ούτως ώστε π.χ. να προετοιμάζουν τη συμπεριφορά τους στα συνέδρια ή οπουδήποτε αλλού, αλλά είμαι αντίθετη να έχουν φτιάξει φράξια που να έχει και όνομα (αυτό είναι μεγάλη διαφορά!) και να βγάζουν και δικά τους "ψηφοδέλτια" στα συνέδρια. Εδώ πλέον για μένα τελειώνει η ιδέα της συνοχής, τελειώνει η ιδέα ότι είμαστε όλοι μαζί ένα κόμμα. Αρχίζουμε πλέον να γινόμαστε γκρουπούσκουλα που μάχονται το ένα το άλλο. Με αυτού του είδους την πολιτική, εγώ δεν έχω καμία σχέση! Είμαι εξαιρετικά σαφής σε αυτό!» τονίζει σχεδόν θυμωμένα. Όταν τολμάω να σχολιάσω πως όλα τα κόμματα στην Ευρώπη και την Αμερική κάπως έτσι λειτουργούν, με οργανωμένες δηλαδή τάσεις, κλείνει άπαξ δια παντός τη συζήτηση: «όχι οι "πράσινοι"!... Αυτό είναι παλαιοαριστερή αρρώστια»
Η ελληνική κρίση
Η συζήτηση μεταφέρεται τώρα στο ζήτημα της ελληνικής κρίσης του ευρώ, και πώς αυτή βιώθηκε στην Αυστρία. Η Μαρία παραδέχεται πως «οπωσδήποτε η εικόνα της Ελλάδας έχει πάθει σοβαρή ζημιά και θα χρειαστούν πάρα πολλά χρόνια για να ορθοποδήσει». Ένα άλλο πρόβλημα είναι πως «όλες αυτές οι εικόνες με τις απεργίες, με τα μπλοκαρισμένα λιμάνια κ.λπ προκαλούν ανασφάλεια στους Αυστριακούς, που με πολλή αγάπη και προσήλωση έρχονται στην Ελλάδα για διακοπές επί δεκαετίες, με αποτέλεσμα πολλοί ανάμεσά τους να μην έρθουν, τουλάχιστο φέτος, για διακοπές». Από την άλλη «υπήρξαν συγκινητικές προσπάθειες, από όλους αυτούς που έχουν σπίτια στην Ελλάδα κ.λπ. που βγήκαν δημοσίως και υπερασπίστηκαν την Ελλάδα ή προσπάθησαν να εξηγήσουν τουλάχιστο γιατί τα πράγματα έφτασαν μέχρι εκεί». Στην προσπάθεια αυτή έδωσε το «παρών» και η «ιστορική ελληνική κοινότητα» που έχει τις ρίζες της «στον καιρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Γενικά «υπήρξαν πάρα πολλές προσπάθειες, με εμφανίσεις στην τηλεόραση, συνεντεύξεις, όσο μπορούμε να διορθώσουμε την εικόνα της Ελλάδας, αλλά βέβαια η ζημιά που έχει γίνει είναι εξαιρετικά μεγάλης κλίμακας για να μπορεί ο ένας και ο άλλος να την αποκαταστήσει».
Όσον αφορά το «μηχανισμό στήριξης» στην Ελλάδα, «η ακροδεξιά αρνήθηκε να τον υπερψηφίσει, και διαμαρτυρήθηκε έντονα», αξιοποιώντας τις εξελίξεις για να προωθήσει την άποψή της πως «δεν πρέπει (η Αυστρία) να είμαστε στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και άλλα πολλά». Αλλά και «οι "πράσινοι" καταψήφισαν το "μηχανισμό στήριξης" λόγω των "αντιλαϊκών μέτρων" τα οποία προβλέπει ειδικά το "διεθνές νομισματικό ταμείο" (ΔΝΤ)». Επισημαίνει πως στην Αυστρία «δεν υπάρχει αριστερό κόμμα, οπότε στους "πράσινους" αυτή τη στιγμή δραστηριοποιούνται και πάρα πολλοί αριστεροί, οι οποίοι φυσικά σε ένα βαθμό επηρεάζουν τη γραμμή του κόμματος. Αλλά στα "πράσινα" κόμματα υπάρχει πάντα ώσμωση μεταξύ αριστεράς και οικολογίας».
Η κυβέρνηση
Λόγω των ασχολιών της στην αυστριακή πολιτική παρακολουθεί μόνο «παρεμπιπτόντως» την κυβερνητική πολιτική και τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. «Γενική εικόνα που έχω αυτή τη στιγμή, είναι μια κυβέρνηση στην οποία ο Γιώργος Παπανδρέου προσπαθεί να αλλάξει, να προχωρήσει κάποια πράγματα, έχει καλές ιδέες και καταβάλει καλές προσπάθειες, χωρίς όμως να διαθέτει ούτε τα στελέχη, ούτε κάποιο λαϊκό ρεύμα υποστήριξης». Αυτό φυσικά έχει να κάνει με το ότι «τα μέτρα που είναι αναγκαίο να παρθούν αυτόν τον καιρό, έστω κι αν σε πολλά από αυτά μπορεί να είμαι εξαιρετικά αντίθετη, ελήφθησαν όταν πια είχε φτάσει ο κόμπος στο χτένι, όταν, για να είμαι ειλικρινής, δεν υπήρχαν πια πολλά περιθώρια... Από μια στιγμή και μετά ήταν αναγκαίο να υπάρξει μια χρηματική υποστήριξη (από την ΕΕ, το ΔΝΤ, ΣτΣ) και αυτή η υποστήριξη συνοδεύεται από την επιβολή ορισμένων μέτρων»... Τούτων λεχθέντων, και αφού παρατηρήσει πως επειδή «δεν προλαβαίνει» «δεν παρακολουθεί» εκ του σύνεγγυς τις αποφάσεις της Τίνας Μπιρμπίλη, που κατέλαβε τελικά το θώκο που αρχικά ο Γιώργος Παπανδρέου προόριζε στην ίδια, αλλά εκείνη δεν το δέχτηκε, λέει δυο λόγια για το έργο της υπουργού περιβάλλοντος: «Γνωρίζοντας το πώς λειτουργεί η πολιτική στην Ελλάδα, θα πρέπει να αντιμετωπίζει σοβαρές αντιστάσεις. Για να κάνεις περιβαλλοντική πολιτική στην Ελλάδα, χρειάζονται επενδυτικά κεφάλαια, τα οποία αυτή τη στιγμή δεν βλέπω να υπάρχουν από πουθενά! Πώς θα μπορέσει μια υπουργός περιβάλλοντος να δράσει, όταν το μόνο πράγμα που υπάρχει αυτή τη στιγμή και τα επόμενα χρόνια είναι περικοπές παντού; Στην κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ετούτη τη στιγμή, ποιος θα έρθει να επενδύσει τα χρήματά του στην Ελλάδα; Γνωρίζοντας αυτό το σκηνικό, δεν βλέπω να έχει η Τίνα Μπιρμπίλη πολλές δυνατότητες να κινηθεί, και το θεωρώ κρίμα. Της εύχομαι όμως τα καλύτερα».
Με βάση τη σημερινή κατάσταση, «εγώ φοβάμαι πολύ πως το επόμενο βήμα για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι να ξεπουλήσει και τα τελευταία της "ασημικά"»... Χρειάζεται άρα να υποστηριχτούν «αυτοί οι οποίοι λένε πως αυτό που θα χρειαζόταν τώρα η Ελλάδα είναι "επενδύσεις με εποπτεία", όχι "μέτρα λιτότητας με εποπτεία". Αν είχαμε σοβαρές επενδύσεις με εποπτεία, τότε θα μπορούσαμε να καταφέρναμε μέσα στην επόμενη τριετία ένα μέρος των ελλειμμάτων και του χρέους να το καλύψουμε».
«Αυτό που λείπει σε ολόκληρο το χώρο της αριστεράς αυτή τη στιγμή...» συνεχίζει η Μαρία Βασιλάκου, «... είναι το θάρρος να δεχτούμε ότι πρέπει να υπάρχουν κάποια μέτρα λιτότητας. Ας το δεχτούμε αυτό! Δεν το τολμάμε όμως, -κι έτσι τελειώνει ουσιαστικά κάθε είδους συμβολή μας, σε ένα θέμα όμως που η χώρα αναγκαστικά θα αντιμετωπίσει, λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα στα επόμενα χρόνια, που θα πρέπει να έχουν ευρεία στήριξη: μια σειρά π.χ. από μέτρα που αφορούν τη διαφθορά, τους υπεράριθμους στο δημόσιο τομέα, την "οικονομία των 'κουμπάρων'", η οποία φυσικά απομυζεί τους προϋπολογισμούς... Μια αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, χωρίς τον ανόητο τρόπο με τον οποίο ο "Καλλικράτης" προσπαθεί να κάνει οικονομίες, ρημάζοντας την ύπαιθρο και διατηρώντας δυστυχώς το πελατειακό σύστημα και το ρουσφέτι· αλλά και άλλα πράγματα: πόσους ασφαλιστικούς φορείς έχουμε στην Ελλάδα; Εμείς εδώ στην Αυστρία παλεύουμε εδώ και χρόνια για να δημιουργηθεί ένας ενιαίος ασφαλιστικός φορέας για όλους, για να σταματήσουν τα προνόμια υπέρ κάποιων συγκεκριμένων ομάδων, αλλά και προπάντων για να υπάρξει περισσότερη διαφάνεια και δικαιοσύνη».
«Η αριστερά στην Ελλάδα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τους απλούς ανθρώπους και τη λογική τους... Οι "οικολόγοι πράσινοι" (OΠ) θα έπρεπε εδώ να έχουν μια πιο θαρραλέα στάση στα θέματα αυτά από ότι έχει ο κλασικός χώρος της αριστεράς κι αυτό διότι δεν έχουμε διαμορφώσει πελατειακές σχέσεις με κανένα, με καμία συγκεκριμένη ομάδα, άρα είμαστε πιο ελεύθεροι να εκφράσουμε τη γνώμη μας ανοικτά».
Για τους «οικολόγους πράσινους»
Γιατί όμως οι ΟΠ δεν έχουν κατορθώσει ως τώρα να αξιοποιήσουν τη συγκυρία και κινούνται εν πολλοίς στο πεδίο που ορίζει η μεταπολιτευτική αριστερά; Είναι ζήτημα ηλικίας, κατάρτισης, αλλά «υπάρχει και μια άλλη, πολύ σημαντική διαφορά αν κανείς πέρασε από κάποιον άλλο πολιτικό χώρο για να καταλήξει στους "πράσινους", οπότε "ζυμώθηκε" εκεί, ή αν, όπως εγώ, δεν υπήρξε ποτέ πουθενά αλλού, παρά μόνο εντός των "πρασίνων"...». Όσο ολιγάριθμη κι αν είναι αυτή η κατηγορία, «πρέπει να γίνουμε πιο πολλοί», παρατηρεί η Μαρία Βασιλάκου.
Σε σχέση με τη δημιουργία της «δημοκρατικής αριστεράς» (ΔΑΡ), η Μαρία παρατηρεί: «οπωσδήποτε είναι ένας χώρος ο οποίος παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους ΟΠ, με την έννοια ότι εντός του υπάρχουν έντονες οικολογικές τάσεις, που αναζητούν τρόπο να προχωρήσουν πιο πολύ προς την πολιτική οικολογία. Ένας δεύτερος λόγος που μας ενδιαφέρει η εμφάνιση τέτοιων δυνάμεων είναι πως η ελληνική πολιτική σκηνή χρειάζεται επειγόντως ανανέωση. Βέβαια η ανανέωση δεν μπορεί να έρθει μέσω αποστασιοποιήσεων... Χρειάζεται νέο αίμα, νέα πρόσωπα, άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι αυτή τη στιγμή εντός της πολιτικής... Η ανανέωση δεν μπορεί να προέρθει μέσα από το ίδιο το πολιτικό σύστημα, με το να υπάρχει μια διάσπαση και να εμφανιστεί κάτι καινούργιο... Αυτό είναι μόνο μια αρχή! Για να πάει μπροστά αυτή η προσπάθεια κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει κατά πρώτον να κάνουν ένα έντονο άνοιγμα προς την πολιτική οικολογία, και κατά δεύτερον να κάνουν ένα έντονο άνοιγμα σε νέο κόσμο, για να καταφέρουν να ανανεωθούν και σε επίπεδο στελεχών. Αν το καταφέρουν αυτό, τότε κάποια στιγμή μπορεί να δημιουργηθεί εκεί ένα πολιτικό ρεύμα, το οποίο μαζί με τους ΟΠ να μπορέσει να καταγράψει μια δυναμική, να συμβάλει στο να προχωρήσουν επιτέλους κάποια πράγματα παραπέρα στην Ελλάδα. Αν δεν τα καταφέρουν αυτά, θα είναι μια ακόμα ομάδα εντός του κατεστημένου πολιτικού συστήματος...».
Πέραν της αριστεράς, υπάρχουν και άλλες δυνάμεις που μπορεί να ενδιαφέρουν τους ΟΠ, όπως π.χ. οι φιλελεύθεροι. «Στην Αυστρία υπήρξε μια προσπάθεια φιλελεύθερου κόμματος, που δεν ευδοκίμησε. Πολλοί από αυτούς, που δεν ήταν νεοφιλελεύθεροι, αλλά ελευθεριακοί κι έδιναν μεγάλη σημασία στις αξίες και τα δικαιώματα, ήρθαν στους "πράσινους" και η συμβολή τους ήταν πολύτιμη στο να υπάρξουν γόνιμες συνθέσεις στο χώρο της οικονομίας, στη στάση μας απέναντι στον καπιταλισμό, την ελεύθερη οικονομία, τις αγορές, τις επενδύσεις κ.λπ. Το ζητούμενο είναι να μην αναμασάμε τα τετριμμένα κλισέ της κατεστημένης αριστεράς. Αυτό εξάλλου είναι και το χαρακτηριστικό των "πράσινων": προχωράμε μπροστά!».
Βρισκόμαστε άρα ενώπιον μιας πρόκλησης για «θετική ζύμωση». «Πάντως το πιο βασικό δεν είναι να σκεφτόμαστε ποιος θα φύγει, αλλά ποιος θα έρθει. Κι αυτό ισχύει και για τους ΟΠ και για τη ΔΑΡ». Στην παρατήρηση πως συχνά οι υφιστάμενοι πολιτικοί σχηματισμοί βλέπουν με επιφύλαξη όσους τους προσεγγίζουν, φοβούμενοι μην «αλωθούν» από άτομα με ετερόδοξες απόψεις, από μωροφιλόδοξους ή καριερίστες, η Μαρία παρατηρεί: «θα 'ρθούν κι αυτοί! Τι να κάνουμε; Αναγκαίο κακό! Κάποιους από αυτούς θα τους φορτωθούμε για μεγάλο διάστημα, κάποιους άλλους θα τους αποχαιρετήσουμε σύντομα. Ωστόσο είναι ένα αναγκαίο κακό που πρέπει να το υποστούμε, γιατί αν δεν είμαστε ανοικτοί, ειδικά όταν είμαστε νέο κίνημα, όπως είμαστε εμείς οι ΟΠ, κινδυνεύουμε από συρρίκνωση. Κι εγώ δε θέλω οι "πράσινοι" στην Ελλάδα, οι οποίοι στην ουσία έχουν πρωτοδημιουργηθεί, με το που ορθοπόδησαν να υποστούν αποξήρανση».
--------------------------------------------------------------------------------
O Νίκος Ράπτης είναι εκπαιδευτικός. Η Μαρία Βασιλάκου είναι επικεφαλής του κόμματος των «πρασίνων» της Βιέννης

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου